αἰολίζω

αἰολ-ίζω,
A = αἰόλλω: metaph., trick out with false words,

μηδ' αἰόλιζε ταῦτα S.Fr.912

.
II ([etym.] Αἰολεύς) compose in the Aeolian mode,

αἰ. τῷ μέλει Pratin.Fr.5

; speak Aeolic, Dicaearch.3.2
, Str. 8.1.2, Plu.Cim.1;

αἰολίζεται τὰ Ἀλκαίου ποιήματα A.D.Synt.279.52

.
III = ἀολλίζω, Menecl.8, cf. Hsch.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αἰολίζω — trick out with false words pres subj act 1st sg αἰολίζω trick out with false words pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αιολίζω — (I) αἰολίζω (Α) [αἴολος] διαστρέφω κάτι με ψεύτικα λόγια, με σοφιστείες. (II) αἰολίζω (Α) 1. μιμούμαι τους Αιολείς 2. συνθέτω κατά τον αιολικό τρόπο 3. μιλώ την αιολική διάλεκτο. [ΕΤΥΜΟΛ. < Αἰολεύς. ΠΑΡ. αρχ. αἰόλισμα, αἰολιστί]. (III) αἰολίζω …   Dictionary of Greek

  • αἰολίζοντα — αἰολίζω trick out with false words pres part act neut nom/voc/acc pl αἰολίζω trick out with false words pres part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰολίζουσι — αἰολίζω trick out with false words pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) αἰολίζω trick out with false words pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰόλιζε — αἰολίζω trick out with false words pres imperat act 2nd sg αἰολίζω trick out with false words imperf ind act 3rd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰολιζούσῃ — αἰολίζω trick out with false words pres part act fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰολίζειν — αἰολίζω trick out with false words pres inf act (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰολίζεται — αἰολίζω trick out with false words pres ind mp 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰολίζηται — αἰολίζω trick out with false words pres subj mp 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰολίζομαι — αἰολίζω trick out with false words pres ind mp 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰολίζοντες — αἰολίζω trick out with false words pres part act masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.